Αρχική / Ερμηνεία Γονοτύπων

Ερμηνεία Γονοτύπων

Εμβόλιο Pfizer BioNTech: Ελληνική εταιρεία αλλεργιολογίας & κλινικής ανοσολογίας Ερμηνεία Γονοτύπων Άρθρα Βιοχημεία

Factor V Leiden:

Η μετάλλαξη σε οµοζυγωτία αυξάνει κατά 18 φορές την πιθανότητα θρόμβωσης, ενώ σε καπνιστές κατά 50%.

Η μετάλλαξη σε ετεροζυγωτία αυξάνει κατά 3 φορές την πιθανότητα δημιουργίας θρομβώσεων. Επίσης, η συγκεκριμένη μετάλλαξη σχετίζεται µε τη σοβαρή μορφή της προεκλαµψίας.

Ο κίνδυνος θρόμβωσης μεταξύ των ετεροζυγωτών είναι 1 στις 500 εγκυμοσύνες.

HR2:

Ο πολυμορφισμός  HR2 θεωρείται ήπιος παράγοντας κινδύνου για φλεβική θρόμβωση. Ο κίνδυνος για   τους ετεροζυγώτες αυξάνει κατά  1.8 φορές ανεξάρτητα  από την παρουσία  άλλων παραγόντων κινδύνου για θροµβοφιλίες.

Οι σύνθετοι  ετεροζυγώτες για  τον πολυμορφισμό HR2 και τη μετάλλαξη Factor V Leiden έχουν  αυξημένες πιθανότητες φλεβικών θρομβώσεων.

 

MTHFR (C677T):  

Οι οµοζυγώτες για  τη μετάλλαξη C677T ανέρχονται  στο  11%  του  Καυκάσιου πληθυσμού.

Η συγκεκριμένη μετάλλαξη σε οµοζυγωτία ενδέχεται να προκαλέσει υ̟περοµοκυστεϊναιµία σε περίπτωση διατροφικής έλλειψης  φυλλικού οξέος, και έχει σχετιστεί µε 3 φορές περισσότερο  κίνδυνο για πρώιμες καρδιαγγειακές παθήσεις  σε περίπτωση συνύπαρξης και  άλλων  παραγόντων κινδύνου.

Η υπεροµοκυστεϊναιµία  έχει συσχετιστεί  µε τη σοβαρή µορφή της προεκλαµψίας. Όσον  αφορά  τους ετεροζυγώτες  δεν  έχει  περιγραφεί σαφής  κλινικός φαινότυπος.

Το Τ αλλήλιο έχει επίσης χαρακτηριστεί ως ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου υπέρτασης.

 

MTHFR A1298C:

Η μετάλλαξη δεν φαίνεται να επιδρά  στη λειτουργία της πρωτεΐνης  MTHFR συνε̟πώς δεν μεταβάλλονται τα επίπεδα της οµοκυστείνης παρουσία της συγκεκριμένης μετάλλαξης. Οι σύνθετοι ετεροζυγώτες για  τις µεταλλάξεις  C677T και  A1298C παρουσιάζουν όμοιο  κλινικό φαινότυπο µε τους οµοζυγώτες  για   τη  µετάλλαξη  C677T,  µε  υψηλότερα  επίπεδα  οµοκυστείνης  και  µειωµένα   επίπεδα φυλλικού οξέος στο πλάσμα.  Οι σύνθετοι  ετεροζυγώτες έχουν  επίσης 2 φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν σύνδρομο νευρικού σωλήνα.

 

PROTHROMBIN G20210A:

Η μετάλλαξη G20210A στο γονίδιο της προθρομβίνης απαντάται στο 2-3% του Καυκάσιου πληθυσμού  και έχει περιγραφεί στο 6% των ασθενών µε θροµβοεµβολικό επεισόδιο.

Η μετάλλαξη έχει  σχετιστεί  µε αύξηση  του  κινδύνου κατά  4 φορές  για  έµφραγµα του  µυοκαρδίου στις γυναίκες, ενώ µεταξύ των αντρών ο κίνδυνος αυξάνει κατά  1.5 φορές.

Η συγκεκριμένη μετάλλαξη σε ετεροζυγωτία εδείχθη η πιο κοινή  µμεταξύ ασθενών µε αποβολές  στο πρώτο τρίμηνο.

 

βfibrinogen:

Η μετάλλαξη -455G>A  σε ετεροζυγωτία ή οµοζυγωτία έχει  συσχετιστεί  µε αύξηση  των επιπέδων  του  ινωδογόνου στο αίµα, γεγονός που ενδέχεται να προκαλέσει θροµβοτικά επεισόδια. Αυτός  ο κίνδυνος αυξάνει ιδιαίτερα σε χρόνιους καπνιστές και υπερτασικούς καθώς και σε άτοµα µε αρτηρίες µικρής   διαµέτρου.  Αυξημένα  επίπεδα του ινωδογόνου έχουν συσχετιστεί µε αγγειακά επεισόδια, συγκεκριμένα µε  ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

 

FXIII (V34L) :

Ο παράγοντας XIII ή παράγοντας  σταθεροποίησης του ινώδους είναι ένα ένζυμο του συστήματος της πήξης, το οποίο χρησιμεύει στην σταθεροποίηση του δικτύου του ινώδους.

Ο πολυμορφισμός  Val34Leu φαίνεται  να ασκεί  προστατευτική  δράση κατά του εμφράγματος  του μυοκαρδίου και  να  επιφέρει µείωση της πιθανότητας δηµιουργίας θρομβώσεων, ιδίως σε περίπτωση αυξημένων επίπεδων του β-ινωδογόνου.

Η ατελής  έλλειψη  του παράγοντα ΧΙΙΙ είναι  πολύ  σπάνια και µπορεί να  προκαλέσει  σοβαρότατη αιμορραγική τάση. Η συχνότητα εμφάνισης είναι  1/1000000. Ο παραπάνω  πολυμορφισμός µαζί  µε  τον  γονότυπο 4G/4G  αποτελούν τους  πιο κοινούς  πολυμορφισμούς µμεταξύ  ασθενών µε ιστορικό  φλεβικής θρόµβωσης  ή/και ιστορικό  καθ’ έξιν αποβολών.

Συγκεκριμένα,  ετεροζυγωτία  για   τον  πολυμορφισμό  FXIII (V34L)  σε συνδυασµό µε το γονότυπο 4G/4G ή οµοζυγωτία για  τον FXIII (V34L) έχουν  αναδειχθεί σε παράγοντες κινδύνου για καθ’έξιν αποβολές,  λόγως της εμπλοκής των παραγόντων FXIIΙ και PAI-1 στη δηµιουργία του  δικτύου  ινώδους  κατά   την  εμφύτευση   και  σταθεροποίηση  της  τροφοβλάστης  στο  ενδοµήτριο.

 

PAI-1:   

Ο γονότυπος 4G/4G έχει  συσχετιστεί    µε   αυξηµένη   συγκέντρωση   PAI-1   στο   πλάσμα , ενώ ο γονότυπος 5G/5G έχει συσχετιστεί  µε χαµηλή  συγκέντρωση PAI-1 στο πλάσμα. Ο γονότυ̟πος  4G/5G   σχετίζεται  µε  φυσιολογικά  επίπεδα   PAI-1   στο   πλάσμα.   Στην   περίπτωση   της αυξηµένης  συγκέντρωσης αυξάνει  η  πιθανότητα  στένωσης   των  στεφανιαίων  αρτηριών  κατά   70%.

Ο γονότυπος 4G/4G  έχει  αναδειχθεί σε ανεξάρτητο παράγοντα  όσον  αφορά την εκδήλωση  θροµβώσεων της στεφανιαίας αρτηρίας και αθηροσκλήρωσης.

Ο γονότυπος 5G/5G έχει συσχετιστεί  µε αύξηση της πιθανότητας εκδήλωσης  ανευρύσματος κοιλιακής αορτής. [PMID:10805895]  O  γονότυπος  4G/4G  έχει  αναδειχθεί  σε  παράγοντα  κινδύνου  όσον   αφορά  την εκδήλωση  καθ΄ έξιν  αποβολών όπως αναφέρεται αναλυτικά στην  παράγραφο για  τον  FXIII (V34L).

Ο γονότυπος 5G/5G σε συνδυασμό µε την παρουσία της μετάλλαξης PROTHROMBIN G20210A σε ετεροζυγωτία φαίνεται  να  συμβάλλει στην  επιτάχυνση της  διαδικασίας που  οδηγεί   στην  εκδήλωση σοβαρής προεκλαµψίας.

 

GPIIIa:

Το GPIIIa (HPA) είναι  πολυμορφικό αντιγόνο της επιφάνειας των αιμοπεταλίων. Ο γονότυπος b/b έχει συσχετιστεί  µε την εκδήλωση  εμφράγματος του μυοκαρδίου σε νεαρή  ηλικία  (<55 ετών) καθώς και µε αυξημένη πιθανότητα θρόμβωσης  της στεφανιαίας αρτηρίας µετά από καρδιολογικές επεμβάσεις

µε χρήση  stent.  To b αλλήλιο και το 4G αλλήλιο του PAI-1 γονιδίου σε συνδυασμό, αυξάνουν τις πιθανότητες για έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά 4 φορές στις γυναίκες και κατά 6 φορές στους άντρες. Οι ετεροζυγώτες για  το b αλλήλιο φαίνεται ότι φέρουν αντίσταση στη δράση  των αντι- θροµβοτικών φαρμάκων πχ. χορήγηση ασπιρίνης.

 

GPIa(C807T):   

Η   γλυκοπρωτεΐνη  GPIa   είναι   ένας   υποδοχέας  κολλαγόνου  των   αιμοπεταλίων.

Ο πολυμορφισμός 807 C/T του γονιδίου της GPIa (ITGA2) έχει συσχετιστεί  µε αύξηση  της έκφρασης των υποδοχέων GP Ia/IIa η οποία φαίνεται να διαδραματίζει κάποιο  ρόλο στη δημιουργία θρομβώσεων. To T αλληλόµορφο έχει σχετιστεί µε αύξηση του κινδύνου εκδήλωσης εμφράγματος του µμυοκαρδίου κατά

1.6 φορές σε άτοµα  νεότερα  των 62 χρόνων. Σε άτοµα  ηλικίας μικρότερης των 49 χρόνων ο κίνδυνος για έμφραγμα του μυοκαρδίου αυξάνει κατά 2.6 φορές

 

APOB:  

Η  απολιποπρωτεΐνη  Β  (ΑpoB)  είναι   µία  από  τις  απολιποπρωτεΐνες  που  συµµετέχουν  στο μεταβολισμό των λιπιδίων. Η µετάλλαξη στη θέση 3500 οδηγεί  σε µειωµένη  ικανότητα σύνδεσης  µεταξύ του  προσδέτη  LDL  και  του  LDL-υποδοχέα, και  προδιαθέτει για  την  ανάπτυξη υπερλιπιδαιµίας και πρώιμης  αρτηριοσκλήρυνσης. Έχει αναφερθεί οτι  ο κίνδυνος εµφάνισης πρώιμης  στεφανιαίας νόσου στους  ετεροζυγώτες φορείς  της  µετάλλαξης ισοδυναµεί  µε αυτόν  που  έχουν  οι  ασθενείς  µε οικογενή υπερχοληστερολαιµία.  Στην  ηλικία   των  50, περίπου  40% των  αντρών και  20%  των  γυναικών ̟που φέρουν την παραπάνω µμετάλλαξη σε ετεροζυγωτία εμφανίζουν στεφανιαία νόσο.

 

ACE:

Οι αγγειοτενσίνες είναι  πεπτίδια  που λειτουργούν ως αγγειοσυσπαστικοί παράγοντες. Τα άτοµα που  φέρουν τον  γονότυπο  D/D  παρουσιάζουν διπλάσια υψηλά  επίπεδα  αγγειοτενσίνης  στο  αίµα συγκριτικά  µε  τα   άτοµα   που   φέρουν  τον   I/Ι   γονότυπο,  ενώ   τα   άτοµα   µε  τον   γονότυπο  I/D

παρουσιάζουν ενδιάμεσα επίπεδα.

Ο γονότυπος D/D έχει συσχετιστεί  µε την αύξηση του κινδύνου εκδήλωσης  υπέρτασης  κατά  τη διάρκεια της εγκυµοσύνης, µε αποτέλεσμα  την  εκδήλωση ήπιας  µορφής  προεκλαµψίας.

Επίσης,  ο γονότυπος D/D φαίνεται να  αυξάνει τον κίνδυνο  εκδήλωσης  νεφροπάθειας σε ασθενείς  µε  διαβήτη τύπου  ΙΙ. Η  σύγχρονη παρουσία του αλληλόµορφου MTHFR  1298C φαίνεται να  επαυξάνει τον  παραπάνω κίνδυνο.

Παράλληλα,   ο   γονότυπος   D/D   αυξάνει   κατά    2   φορές    τον    κίνδυνο   εκδήλωσης υπογλυκαιµικού επεισοδίου.

 

APOE2/Ε3/Ε4:   

Η πρωτεΐνη ApoE διαδραµατίζει καθοριστικό ρόλο  στο  μεταβολισμό των λιποπρωτεϊνών και  της χοληστερόλης. Η  ισοµορφή Ε2 έχει συσχετιστεί  µε την υπερλιποπρωτεϊναιµία τύπου  ΙΙΙ  (HLP  III). Ο γονότυπος Ε2/Ε2  απαντάται στο 1-4% των  ασθενών µε υπερλιποπρωτεϊναιµία τύπου  ΙΙΙ, ενώ  οι γονότυποι Ε2/Ε3  και  Ε3/Ε4  απαντώνται σπάνια σε αυτούς  τους  ασθενείς.

Έχει συσχετιστεί  µε αυξημένο κίνδυνο δημιουργίας αθηρωµατικής πλάκας  και  την  εμφάνιση στεφανιαίας νόσου. Η ισοµορφή Ε3 απαντάται στο 64% του πληθυσμού  και σχετίζεται φαινοτυπικά µε το  φυσιολογικό  µμεταβολισμό των  λιποπρωτεϊνών. Η ισοµορφή Ε4 έχει  συσχετιστεί µε την  εκδήλωση αθηροσκλήρυνσης  και   µε     ιστορικό   εκδήλωσης   της   νόσου   του   Alzheimer.

Το αλληλόµορφο Ε2 φαίνεται να  ασκεί προστατευτική δράση  όσον  αφορά την  εκδήλωση  της νόσου  του Alzheimer.

μοιραστείτε το άρθρο

Share on facebook
Share on linkedin
Share on twitter